ηλεκτροτυπία

η
τεχνολ. μέθοδος κατασκευής τυπογραφικών μητρών με τη γαλβανοπλαστική μέθοδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. electrotyping < electro- (πρβλ. ηλεκτρο-*) + typing (πρβλ. -τυπια < -τυπος < τύπος). Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ηλεκτροτυπία — η η κατασκευή μητρών με τη χρησιμοποίηση της γαλβανοπλαστικής, οι οποίες χρησιμοποιούνται στην τυπογραφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηλεκτροτυπικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ηλεκτροτυπία 2. αυτός που γίνεται κατά την ηλεκτροτυπία. επίρρ... ηλεκτροτυπικώς ή ά με ηλεκτροτυπικό τρόπο …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτροτυπικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ηλεκτροτυπία (βλ. λ.), που γίνεται κατά την ηλεκτροτυπία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηλεκτρ(ο)- — α συνθετικό λέξεων το οποίο δηλώνει ότι το β συνθετικό γίνεται, προέρχεται, κινείται με ηλεκτρισμό ή αναφέρεται σ αυτόν (π.χ. ηλεκτρομηχανή, ηλεκτραγωγός, ηλεκτροχημεία κ.λπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων, που ανάγονται κανονικώς σε ξένες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.